Pages Menu
TwitterRssFacebook
Categories Menu
Ο κύριος χώρος παραγωγής (χώρος 2)

Ο κύριος χώρος παραγωγής (χώρος 2)

Ο κύριος χώρος παραγωγής είναι μια μεγάλη ορθογώνια αίθουσα. 22 μέτρα σε κάθε μακριά πλευρά, 12 στις στενές, ορίζουν μια συνολική επιφάνεια 264 τετραγωνικών μέτρων. Η ξύλινη στέγη έχει πλάτος, μαζί με την έδρασή της, 13 μέτρα, χωρίς ενδιάμεσα υποστυλώματα. Τα μεγάλα κυλινδρικά ξύλινα δοκάρια που την στηρίζουν, τα ταμπάνια, είναι κατασκευασμένα με ξυλεία που προερχόταν είτε από τη Μαύρη Θάλασσα είτε από το Άγιο Όρος. Την εντύπωση που έκαναν τα επιβλητικά κτίσματα, με τις μεγάλες στέγες τους να ακροβατούν πάνω στα χοντρά δοκάρια, αλλά και τη σημασία της ίδρυσης των μονάδων αυτών για την τοπική κοινωνία, φαίνεται ότι απηχεί η ονομασία ενός από τους αγαπημένους μουσικούς σκοπούς στη Λέσβο, «τα ξύλα» ή «τα ταμπάνια». Η παράδοση της Αγιάσου λέει ότι παιζόταν για να εμψυχώσει τους εθελοντές που κουβαλούσαν τα δοκάρια για το χτίσιμο του πρώτου ατμοκίνητου ελαιοτριβείου της περιοχής το 1879.
Η επιμελημένη τοιχοποιία, που συνδυάζει ντόπια μαρμαρόπετρα και συμπαγή τούβλα, οι λαξευμένες πέτρες στις γωνίες, τα περίτεχνα τόξα από τούβλο που στεφανώνουν τα ανοίγματα, οι σφυρήλατες προστατευτικές σιδεριές συνθέτουν ένα κτίσμα στιβαρό, λειτουργικό και συνάμα καλαίσθητο.

Εδώ γινόταν το σύνολο σχεδόν της διαδικασίας παραγωγής: η σύνθλιψη του ελαιοκάρπου, η συμπίεση του ελαιοπολτού και ο διαχωρισμός του λαδιού από το νερό. Μπορούμε να φανταστούμε τον χώρο να σφύζει από ζωή, με τους εργάτες να πηγαινοέρχονται από το ένα μηχάνημα στο άλλο. Υπολογίζουμε ότι εργάζονταν στον χώρο παραγωγής 10-12 άτομα: δύο στους μύλους, έξι στα πιεστήρια, ένας στις αντλίες, ένας ζυγιστής για το ζύγισμα του λαδιού, αργότερα δύο εργάτες στα λαβάλ. Υπήρχαν και αρκετοί χαμάληδες για τη μεταφορά των ελιών, του λαδιού και της πυρήνας.

Ο ιδρυτής, Βρανάς Νικολάου, είχε παραγγείλει τα μηχανήματα στο Μηχανουργείο Λουκά και Καραμιτσόπουλου στη Μυτιλήνη, που ήταν φημισμένο στο νησί και τροφοδοτούσε όχι μόνο ελαιοτριβεία της Λέσβου αλλά και της Μικράς Ασίας. Όταν το ελαιοτριβείο έκλεισε, ο μηχανολογικός εξοπλισμός του αφαιρέθηκε και πωλήθηκε. Σήμερα, στη θέση του έχει τοποθετηθεί ο εξοπλισμός του Ελαιοτριβείου Χιωτέλλη-Ερεσιώτη από τον Πολυχνίτο, κατασκευασμένος στα περίφημα Εργοστάσια ∆. Ισηγόνη στη Σμύρνη. Το εργοστάσιο του Δημοσθένη Ισηγόνη ιδρύθηκε το 1854 και ήταν από τα καλύτερα της Ανατολικής Μεσογείου. Διέθετε επίπεδο τεχνογνωσίας εφάμιλλο των αγγλικών μηχανουργείων. Πολλά απ’ τα μεγάλα ελαιουργικά συγκροτήματα της Λέσβου εκεί απευθύνονταν για τον εξοπλισμό τους.

οι ελαιόμυλοι

Στις δύο γωνίες φωλιάζουν οι δύο μύλοι άλεσης του ελαιοκάρπου. Στον δεξιό μύλο, τα υποστυλώματα και οι δοκοί είναι από ξύλο και ανήκουν στα ελάχιστα σωζόμενα στοιχεία του αρχικού εξοπλισμού. Τα υπόλοιπα μέρη και των δύο μύλων προέρχονται από το Ελαιοτριβείο Χιωτέλλη-Ερεσιώτη, με εξαίρεση ορισμένα στοιχεία, όπως οι δύο χοάνες, που ανακατασκευάστηκαν με βάση τα πρότυπα των αρχών του 20ού αιώνα.

Ο ελαιόμυλος αποτελείται από έναν κατακόρυφο σιδερένιο άξονα, την άτρακτο, στον οποίο είναι στερεωμένο ένα ζεύγος από μυλόπετρες, τα βόλια. Ο άξονας εδράζεται στο κέντρο μιας ακίνητης στρογγυλής πέτρας (κατωλίθι). Μια μεγάλη μεταλλική χοάνη περιβάλλει τον μηχανισμό. Ένα σύστημα από τροχαλίες, ιμάντες και γρανάζια μετέφερε την κίνηση από την ατμομηχανή στη σιδερένια κατακόρυφη άτρακτο, που με τη σειρά της κινούσε τις μυλόπετρες σε κυκλική τροχιά πάνω στο κατωλίθι. Οι ελιές έπεφταν στη χοάνη και συνθλίβονταν ανάμεσα στις κυλιόμενες και την ακίνητη στρογγυλή πέτρα. Μαζί με τις μυλόπετρες περιστρέφονταν και δύο πτερύγια, που ανακάτευαν τον πολτό. Για να διευκολύνουν την αραίωση και ομογενοποίηση του ελαιοπολτού, οι πετράδες προσέθεταν ζεστό νερό. Μετά το τέλος της σύνθλιψης, ο ελαιοπολτός, το χαμούρι, συγκεντρωνόταν σε μια μεταλλική δεξαμενή (χαμουριέρα), κάτω ή μπροστά από το στόμιο εκροής του μύλου.

τα πιεστήρια

katalogos teliko!!!-30Κατά μήκος της μιας μακριάς πλευράς της αίθουσας παρατάσσονται τα τρία πιεστήρια. Απέναντί τους, οι αντλίες τους. Στην κορυφή κάθε πρέσας αναγράφεται η επωνυμία του κατασκευαστή και ένας κωδικός αριθμός, δηλωτικός της σειράς παραγωγής των προϊόντων του συγκεκριμένου εργοστασίου.

Ο βασικός μηχανισμός του πιεστηρίου αποτελείται από το έμβολο και τον εμβολοδόχο. Στο πάνω μέρος του εμβόλου, σε ειδικά διαμορφωμένη πατούρα, στερεώνεται η μαντεμένια λεκάνη. Σε αυτήν στοιβάζονταν τα τσουπιά, οι φάκελοι με τον ελαιοπολτό.

Μέσω υποδαπέδιων σωληνώσεων η αντλία έστελνε νερό υπό πίεση στην πρέσα. Το νερό ωθούσε το έμβολο προς τα πάνω. Το έμβολο πίεζε τα τσουπιά, ενώ οι χειριστές του πιεστηρίου τα κατάβρεχαν με ζεστό νερό (θέρμισμα). Έτσι, η συμπίεση γινόταν μεταξύ της λεκάνης και της κεφαλής του πιεστηρίου. Ο κύκλος φόρτωμα-συμπίεση-αποσυμπίεση λεγόταν στάμα και αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της δυναμικής ενός ελαιοτριβείου. Κάθε πρεσάρισμα διαρκούσε περίπου σαράντα λεπτά και επαναλαμβανόταν έως και τρεις φορές.

Το μείγμα λαδιού-νερού διαπερνούσε τους πόρους των τσουπιών, έπεφτε στη λεκάνη και από κει στα πολήμια, μεταλλικές δεξαμενές στη βάση των πιεστηρίων. Τα στερεά υπολείμματα του πολτού που παρέμεναν στα τσουπιά ήταν το βασικό υποπροϊόν της ελαιουργίας, η πυρήνα.

Είπε …
ο Μιχάλης Αγιασώτης, γενν. 1940,
τσιράκι στο Ελαιοτριβείο Βρανά
Είχαμε τη λεγόμενη δαφνάδα [άγουρες αλιές].
Ο μάστορας πρέπει να ’ταν πολύ καλός, για να πάει αυτή η δαφνάδα.
Διότι αυτό, απάνω που πήγαινε, το ’βλεπες, έφευγε στην άκρια,
και σπούσαν τα πανιά, και πετιόταν το χαμούρι αυτό στις άκρες,
πάν’ στα ντουβάρια, και χριζόμασταν.
Πολλή τυραννίδα, αυτή η δαφνάδα ήταν άλλο πράμα,
δε θα το ξεχάσω…

οι λάντζες και τα λαβάλ

katalogos teliko!!!-31Ο διαχωρισμός του λαδιού από το νερό γινόταν στην αρχή με φυσικό τρόπο, δηλαδή με τη βαρύτητα, σε ειδικές δεξαμενές ηρεμίας, τις λάντζες. Λόγω διαφοράς ειδικού βάρους, το λάδι συγκεντρωνόταν στην επιφάνεια και το νερό καθόταν στον πυθμένα. Στο κάτω μέρος της λάντζας υπήρχε κρουνός, για να στραγγίζει το νερό που συγκεντρωνόταν στον πυθμένα και να κατευθύνεται, μέσω αγωγών, στα ταγάρια, υπόγειες δεξαμενές στην αυλή.

Το στάδιο της αποστράγγισης του νερού από τις λάντζες έδινε την ευκαιρία στους ιδιοκτήτες των ελαιοτριβείων να ιδιοποιούνται μια μικρή ποσότητα λαδιού, χωρίς να το αντιληφθεί ο παραγωγός. Αφού άδειαζε το νερό από τον πυθμένα, ο χειριστής άφηνε να τρέχει και λίγο λάδι προς τα ταγάρια. Το λάδι που σιγά-σιγά συγκεντρωνόταν, το λεγόμενο ταγαρέλαιο, έφτανε να αποτελεί μια όχι ευκαταφρόνητη ποσότητα στο τέλος κάθε ελαιοκομικής περιόδου. Τα ελαιοτριβεία όφειλαν να αποδίδουν το λάδι αυτό στην Κοινότητα, προκειμένου τα έσοδα από την πώλησή του να διατίθενται για την κάλυψη εκπαιδευτικών και άλλων κοινών αναγκών. Εντούτοις, οι ιδιοκτήτες κατηγορούνταν συχνά ότι κατακρατούσαν προς όφελός τους τα περίφημα ταγαρέλαια.

Αργότερα, για να επιταχυνθεί η διαδικασία διαχωρισμού, εγκαταστάθηκαν φυγοκεντρικοί διαχωριστήρες, τα λεγόμενα λαβάλ. Ο Γκουστάφ ντε Λαβάλ επινόησε ένα μηχάνημα για τον διαχωρισμό της κρέμας από το γάλα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και στην ελαιουργία από τη δεκαετία του 1930. Σε κάθε δύο πιεστήρια αντιστοιχούσε συνήθως ένα λαβάλ. Μια μικρή εμβολοφόρος αντλία αντλούσε το μείγμα νερού-λαδιού από τα πολήμια και το μετέφερε σε ένα δοχείο τοποθετημένο σε πατάρι πάνω από τον διαχωριστήρα. Από εκεί χυνόταν στο λαβάλ και, με τη φυγόκεντρο, το βαρύτερο νερό διαχωριζόταν από το ελαφρύτερο λάδι.