Pages Menu
TwitterRssFacebook
Categories Menu
διαδικασία εργασιών ελαιοτριβείου

διαδικασία εργασιών ελαιοτριβείου

η συγκομιδή

Μετά τη «Μεγάλη Καμάδα» του 1850, τη συνακόλουθη καταστροφή των καλλιεργειών και την επέκταση της μονοκαλλιέργειας με μαζική εισαγωγή και φύτευση ριζών, δύο ήταν (και παραμένουν) οι βασικές ποικιλίες της ελιάς που έδιναν λάδι στη Λέσβο: η κολοβή, γνωστή και ως μυτιληνιά, βαλάνα, βαλανολιά ή μηλολιά, και η αδραμυττινή, γνωστή και ως αϊβαλιώτικη ή φραγκολιά. Οι καρποί συλλέγονταν από τον Νοέμβριο και μετά. Γέμιζαν οι ελαιώνες του νησιού με κόσμο, τους ραβδιστάδες και τις μαζώχτρες. Τα δέντρα ραβδίζονταν, οι ελιές σκορπίζονταν στο έδαφος και οι γυναίκες τις μάζευαν με τις χούφτες μέσα σε καλάθια. Τα καλάθια φορτώνονταν στα ζώα κι έπαιρναν το δρόμο για το λιοτρίβι.

η αποθήκευση

Οι ελιές κάθε παραγωγού αποθηκεύονταν στις μπατές, μικρές αποθήκες στην είσοδο του ελαιοτριβείου, και περίμεναν τη σειρά τους για τον μύλο. Η αποθήκη κλειδωνόταν και το κλειδί κρατούσε ο φύλακας ή ο παραγωγός.

η σύνθλιψη

Οι ελιές μεταφέρονταν στoν κύριo χώρο παραγωγής, όπου βρίσκονταν οι μύλοι και τα πιεστήρια. Αφού τις ζύγιζαν, οι εργάτες τις άδειαζαν στη χοάνη του μύλου, όπου γύριζαν οι μυλόπετρες. Ο ελαιοπολτός, το χαμούρι, συγκεντρωνόταν σε μια δεξαμενή στο κάτω μέρος του μύλου.

η συμπίεση

Με τροχήλατους κάδους οι εργάτες μετέφεραν τον ελαιοπολτό σε τραπέζια που βρίσκονταν στο κέντρο της αίθουσας. Εκεί γέμιζαν τα τσουπιά, μεγάλα σακιά σε σχήμα φακέλου αρχικά από γίδινη τρίχα, αργότερα από φυτικές ίνες–, φροντίζοντας να απλωθεί ομοιόμορφα ο πολτός στο εσωτερικό τους. Σε κάθε πιεστήριο (μπασκί) δούλευαν δύο μπασκιτζήδες: ο βοηθός, το τσιράκι, μετέφερε τα γεμισμένα τσουπιά και ο μάστορας τα στοίβαζε, το ένα πάνω στο άλλο, στη λεκάνη του πιεστηρίου. Η εργασία αυτή λεγόταν φόρτωμα και απαιτούσε τέχνη και ακρίβεια, αφού από το σωστό γέμισμα και το κατάλληλο στοίβασμα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό η μέγιστη απόδοση της πρέσας και η αποφυγή ατυχημάτων και φθορών στη λεκάνη ή και σε ολόκληρη την πρέσα. Οι τεχνικές κατά το φόρτωμα ποίκιλλαν, ανάλογα με το είδος της ελιάς και την εμπειρία του τεχνίτη. Όταν ο χώρος μεταξύ λεκάνης και κεφαλής του πιεστηρίου γέμιζε με τσουπιά, ο τεχνίτης του πιεστηρίου έγνεφε στον χειριστή της αντλίας να ξεκινήσει τη συμπίεση. Καθώς τα τσουπιά πιέζονταν, διαδικασία που επαναλαμβανόταν έως τρεις φορές και διαρκούσε περίπου 40 λεπτά, από τους πόρους τους κυλούσε ένα μείγμα νερού και λαδιού, η αμούρη, που μαζευόταν σε μια λεκάνη στο κάτω μέρος της πρέσας, το πολήμι. Για να διευκολύνουν τη συμπίεση και να μεγιστοποιήσουν την απόδοση, οι εργάτες περιέχυναν τα τσουπιά με ζεστό νερό (θέρμισμα).

ο διαχωρισμός

Οι εργάτες μάζευαν την αμούρη και την μετέφεραν με μεταλλικά δοχεία, τα λαγήνια, στις λάντζες, ειδικές δεξαμενές καθίζησης, όπου το λάδι ξεχώριζε από το νερό με φυσικό τρόπο: χάρη στη διαφορά ειδικού βάρους των δύο υλικών, το λάδι ανέβαινε στην επιφάνεια και το νερό καθόταν στον πυθμένα. Από τη δεκαετία του 1930 εισήχθησαν στα ελαιοτριβεία ειδικά μηχανήματα, που χρησιμοποιούσαν για τον διαχωρισμό τη μέθοδο της φυγοκέντρισης και έμειναν γνωστά ως λαβάλ, από το όνομα του εφευρέτη Γκουστάφ ντε Λαβάλ.

η μεταφορά και η αποθήκευση του λαδιού

Οι εργάτες συγκέντρωναν το λάδι σε τουλούμια, ασκούς από δέρμα κατσίκας, ή στα μεταλλικά λαγήνια, το ζύγιζαν και το μετέφεραν είτε στις λαδαποθήκες του ελαιοτριβείου, είτε στα σπίτια των παραγωγών, είτε στο λιμάνι του Περάματος, για να φορτωθεί στα πλοία και να διοχετευθεί στις ξένες αγορές. Τα παλιότερα χρόνια βρώσιμα θεωρούνταν τα λάδια με οξύτητα έως πέντε βαθμούς. Η οξύτητα του ελαιολάδου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τον τρόπο συλλογής του καρπού (η παραμονή του στο χώμα για πολύ χρόνο επιβαρύνει την οξύτητα), τον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ συγκομιδής, αποθήκευσης του καρπού και άλεσης, καθώς και την τυχόν προσβολή του καρπού από δάκο.