Pages Menu
TwitterRssFacebook
Categories Menu
Οι αποθήκες του λαδιού (χώροι 1, 7α & β, 8)

Οι αποθήκες του λαδιού (χώροι 1, 7α & β, 8)

Το Ελαιοτριβείο Βρανά είχε τέσσερις αποθήκες ελαιολάδου. Η πρώτη (χώρος 1) είχε πρόσοψη στον δρόμο και λεγόταν η «καλή», αφού εδώ φυλάσσονταν τα καλύτερης ποιότητας λάδια, των μεγάλων παραγωγών-πελατών του ελαιοτριβείου. Σήμερα, στην αποθήκη αυτή έχει διαμορφωθεί ο χώρος υποδοχής του Μουσείου και, εκτός των αρχικών στοιχείων της (πιθάρια, βαρέλες κ.λπ.) που παρουσιάζονται in situ, εκτίθεται και μια σειρά από αντικείμενα αντιπροσωπευτικά της χρήσης και της εμπορίας του λαδιού και του ελαιοκάρπου.

Οι άλλες τρεις λαδαποθήκες (χώροι 7α, 7β και 8) «έβλεπαν» στην αυλή. Οι δύο από αυτές (χώροι 7α και 7β) είναι σχετικά χαμηλά κτήρια, με εξαιρετικά επιμελημένες τις πέτρινες πορτοσιές της εισόδου. Στη μεγαλύτερη (7α) το πάτωμα είναι στρωμένο με ακανόνιστο λιθόστρωτο (ντουσεμέ), ενώ στη μικρότερη (7β) με πατημένο χώμα. Αυτήν την τελευταία νοίκιαζε ο ιδιοκτήτης σε μεγάλους ελαιοκτηματίες της περιοχής, όπως στην οικογένεια Σουρλάγκα, με την οποία είχε συγγενική σχέση. Σε αυτήν παρουσιάζεται σήμερα η μόνιμη έκθεση με τίτλο «Η Λέσβος του Ελύτη». Επιπλέον, ως λαδαποθήκη χρησίμευε και ένας μικρός ισόγειος κεραμοσκεπής χώρος (χώρος 8), με έξι κιούπια, πιθανότατα μεταγενέστερη πρόχειρη προσθήκη για κάλυψη πρόσθετων αναγκών. Σήμερα φιλοξενεί τους χώρους υγιεινής του Μουσείου.

Στις λαδαποθήκες τα ανοίγματα ήταν λίγα, προκειμένου να διατηρείται χαμηλή η θερμοκρασία, αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση του λαδιού.

τα κιούπια και οι βαρέλες

Για την αποθήκευση του λαδιού χρησιμοποιούσαν μεγάλα πήλινα κιούπια, χωρητικότητας 800 οκάδων περίπου (1.025 κιλά), που κατασκευάζονταν στην Αίνο της Ανατολικής Θράκης αλλά, λόγω της ευρείας διάδοσής τους μέσω του λιμανιού της Μυτιλήνης, ήταν γνωστά και ως «πιθάρια Μυτιλήνης». Για την καλύτερη στερέωσή τους, αλλά και για τη διατήρηση της κατάλληλης θερμοκρασίας του περιεχομένου τους, τα πιθάρια, με το χαρακτηριστικό οξυπύθμενο σχήμα τους, ήταν χωμένα στο δάπεδο της αποθήκης. Αργότερα, άρχισαν να χρησιμοποιούνται και μεταλλικά δοχεία. Έτσι, στις δύο μεγαλύτερες λαδαποθήκες (χώροι 1 και 7α), σε μια υπερυψωμένη κατασκευή περιμετρικά του χώρου, ήταν τοποθετημένες μεγάλες μεταλλικές βαρέλες.

Υπήρχε σειρά κατάταξης και ταξινόμησης στον τρόπο αποθήκευσης του ελαιολάδου. Μετά το γέμισμα, κάθε δοχείο σφραγιζόταν και κλειδωνόταν. Κάθε κιούπι με το ξύλινο πώμα του και κάθε μεταλλική βαρέλα περιείχε λάδι ορισμένης οξύτητας και έφερε σχετική ένδειξη.

η αντλία λαδιού

Στις δύο μεγαλύτερες λαδαποθήκες (χώροι 1 και 7α) υπάρχει από μία χειροκίνητη αντλία λαδιού. Με αμφίδρομη ροή και μεγάλο κύκλο περιστροφής, η αντλία αυτού του τύπου βοηθούσε στην ευκολότερη και γρηγορότερη μετάγγιση του λαδιού και εξασφάλιζε τη μικρότερη δυνατή ανατάραξή του, αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της ποιότητάς του. Αποτελούσε σημαντικό απόκτημα για ένα εργοστάσιο της εποχής. Αν και γενικά στην εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού πρωτοστατούσαν οι αγγλικές εταιρείες, οι συγκεκριμένες αντλίες είναι προϊόν γαλλικής κατασκευαστικής τεχνολογίας, της εταιρείας Giornan Père et ses Fils από τη Νίκαια.

Στην «καλή» λαδαποθήκη (χώρος 1) υπάρχει και μια μεταλλική ζυγαριά, κατασκευασμένη στο Μπίρμινγκχαμ της Αγγλίας από την εταιρεία W&T Avery LTD, Makers. Εκεί ζυγίζονταν οι ελιές πριν την άλεση και τα βαρέλια ή τα λαγήνια με το λάδι, πριν φορτωθούν στα ζώα ή στις άμαξες.

Είπε …
ο Μιχάλης Βρανάς (1921-2009),
τελευταίος ιδιοκτήτης του Ελαιοτριβείου Βρανά
Όταν έβγαινε το λάδι από ένα άλεσμα,
το οξυμετρούσαμε για να ξέρουμε πού θα το πάμε,
σε ποια αποθήκη και σε ποιο πιθάρι θα το ρίχναμε.
(…) Επιδιώκαμε όλοι, και εμείς ως ελαιοτριβείο,
και οι ξένοι άνθρωποι που αλέθανε τον καρπό τους εκείνη την ημέρα,
ο ένας μετά τον άλλο, επιδιώκαμε καλή ποιότητα,
που θα δώσει μετά το άλεσμα και μετά το πρεσάρισμα,
που θα βγει το λάδι, να λέει μικρή οξύτητα το οξύμετρο.
Αλλά και να έχει ωραία γεύση.
Μετρούσε πολύ η γεύση.